υπόδρα

υπόδρα
επίρρ. уст. :

υπόδρα ιδών — сердито посмотрев


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "υπόδρα" в других словарях:

  • ὑπόδρα — from under indeclform (adverb) ὑ̱πόδρᾱ , ὑποδράω serve imperf ind act 3rd sg ὑπόδρᾱ , ὑποδράω serve pres imperat act 2nd sg ὑπόδρᾱ , ὑποδράω serve imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) ὑπόδρᾱ , ὑποδρώω serve pres imperat act 2nd sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπόδρα — και μτγν. επικ. τ. ὑποδράξ Α επίρρ. (για βλέμμα) με τρόπο λοξό, βλοσυρό ή απειλητικό («τόνδ ὑπόδρα ἰδών», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. σχηματισμένος από την πρόθεση ὑπό και τη συνεσταλμένη βαθμίδα δρα κ τού ρ. δέρκομαι «βλέπω» (πρβλ. ἔ δρακ… …   Dictionary of Greek

  • ὑποδράσαντος — ὑποδρά̱σαντος , ὑποδράω serve aor part act masc/neut gen sg (attic) ὑποδρά̱σαντος , ὑποδράω serve aor part act masc/neut gen sg (doric aeolic) ὑποδρά̱σαντος , ὑποδρώω serve aor part act masc/neut gen sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδρᾶν — ὑποδράω serve pres part act masc voc sg (doric aeolic) ὑποδράω serve pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ὑποδράω serve pres part act masc nom sg (doric aeolic) ὑποδρᾶ̱ν , ὑποδράω serve pres inf act (epic doric) ὑποδράω serve pres inf …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενίπτω — ἐνίπτω (AM) λοιδορώ, κακολογώ αρχ. 1. επιτιμώ, επιπλήττω, ονειδίζω, κατηγορώ («καί μιν ὑπόδρα ἰδὼν χαλεπῷ ἠνίπαπε μύθῳ», Ομ. Ιλ.) 2. λέω, μιλώ, αναγγέλλω («ἁδείας ἐνίπτων ἐλπίδας» αναγγέλοντας γλυκιές ελπίδες, Πίνδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ενιπή] …   Dictionary of Greek

  • υποδράξ — Α επίρρ. (μτγν. επικ. τ.) βλ. ὑπόδρα …   Dictionary of Greek

  • υποδρής — ὁ, Μ (ποιητ. τ.) αυτός που κοιτάζει κάποιον ή κάτι με άγριο, αυστηρό ή εχθρικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. σχηματισμένος από το επίρρ. ὑπόδρα] …   Dictionary of Greek

  • υποδρασία — και ιων. τ. ὑποδρασίη, ἡ, Α [ὑπόδρα] (κατά τον Ησύχ.) 1. (ο ιων. τ.) ὑποδρασίη «ὑποψία» 2. (η αιτ. πληθ.) ὑποδρασίας «τὰς ἔχθρας» …   Dictionary of Greek

  • derk̂- —     derk̂     English meaning: to look     Deutsche Übersetzung: “blicken”     Note: punctual, wherefore in O.Ind. and intrinsic in Ir. linked suppletively with a cursive present other root Root derk ̂ : to look derived from Root ĝher 3 und… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • der-, heavy basis derǝ-, drē- —     der , heavy basis derǝ , drē     English meaning: to cut, split, skin (*the tree)     Deutsche Übersetzung: ‘schinden, die Haut abziehen, abspalten, spalten”     Note: Root der , heavy basis derǝ , drē : “to cut, split, skin (*the tree)”… …   Proto-Indo-European etymological dictionary


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»